Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κειμενα Νεοελληνικης Λογοτεχνιας - Β' Γυμνασιου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κειμενα Νεοελληνικης Λογοτεχνιας - Β' Γυμνασιου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 25 Φεβρουαρίου 2017

ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ



 Ο Νίκος Καββαδίας γεννήθηκε στις 11 Ιανουαρίου του 1910 στο Χαρμπίν της Μαντζουρίας. Ο πατέρας του, Χαρίλαος, είχε τη ρωσική υπηκοότητα και διατηρούσε επιχείρηση εισαγωγών - εξαγωγών. Η μητέρα του, Δωροθέα, ήταν κεφαλονίτικης καταγωγής. Σε ηλικία τεσσάρων ετών, η οικογένειά του επέστρεψε στην Κεφαλονιά και το 1921 μετακόμισε στον Πειραιά. Εκεί τελείωσε το Δημοτικό και το εξατάξιο Γυμνάσιο. Το 1928 δίνει εξετάσεις στην Ιατρική Σχολή, αλλά την ίδια χρονιά αρρωσταίνει βαριά ο πατέρας του και αναγκάζεται να εργαστεί. Για μερικούς μήνες εργάζεται σε ναυτικό γραφείο, κρατώντας τα λογιστικά βιβλία. Τον επόμενο χρόνο, αμέσως μετά το θάνατο του πατέρα του, μπαρκάρει ναύτης σε φορτηγό.                         
Κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του, αποτυπώνει στο χαρτί τις εικόνες από τα μέρη που επισκέπτεται, τη ναυτική ζωή, τους ναυτικούς και τις σχέσεις τους με την πατρίδα τους, τη θάλασσα και τις γυναίκες. Τον Ιούνιο του 1933 κυκλοφορεί την πρώτη του ποιητική συλλογή, με τίτλο «Μαραμπού» και εισαγωγικό σημείωμα του Καίσαρα Εμμανουήλ. Το βιβλίο τυπώνεται σε 245 αντίτυπα, στο τυπογραφείο του περιοδικού «Ο Κύκλος», με έξοδα του ίδιου. 
Το 1939 παίρνει το δίπλωμα ασυρματιστή, αν και αρχικά ήθελε να γίνει καπετάνιος. Ακολουθεί ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Πηγαίνει στρατιώτης στην Αλβανία και στα χρόνια της γερμανικής Κατοχής μένει ξέμπαρκος στην Αθήνα. Ξαναμπαρκάρει το 1944 και ταξιδεύει αδιάκοπα ως ασυρματιστής σ’ όλο τον κόσμο. Τον Ιανουάριο του 1947 εκδίδεται η δεύτερη ποιητική συλλογή του, «Πούσι», κι επανεκδίδεται, ύστερα από δεκατέσσερα χρόνια, το εξαντλημένο «Μαραμπού» από τον Θανάση Καραβία, ο οποίος το Μάρτιο του 1954 θα κυκλοφορήσει και τη «Βάρδια», το μοναδικό πεζό του Νίκου Καββαδία. Από το τελευταίο ταξίδι του επέστρεψε το Δεκέμβριο του 1974 και αμέσως ξεκίνησε τις προετοιμασίες για την έκδοση της τρίτης ποιητικής συλλογής του, την οποία όμως δεν πρόλαβε να δει τυπωμένη. Πέθανε ξαφνικά στις 10 Φεβρουαρίου του 1975, από εγκεφαλικό επεισόδιο. Στην ατζέντα του βρέθηκαν τρεις στίχοι που ήθελε να τους προτάξει στο «Τραβέρσο», κάτι που δεν έγινε.


Οι Γάτες των Φορτηγών


Ο ποιητής Νίκος Καββαδίας στο ποίημά του «Οι Γάτες των Φορτηγών» μεταφέρει στον αναγνώστη μια περιγραφή για την αρρώστια που πάθαιναν οι γάτες στα φορτηγά από τη συνεχή θέα του σιδήρου. Το ποίημα αυτό είναι μελαγχολικό και εξόχως πικρό, γιατί αναφέρεται στα συναισθήματα των ναυτών όταν αναγκάζονταν να πνίξουν τη γάτα με την οποία είχαν δεθεί στη διάρκεια της καθημερινής τους ζωής.                                 
Οι παλαιοί ναυτικοί έτρεφαν τις γάτες στα φορτηγά 
πλοία γιατί ένιωθαν ότι οι γάτες είναι σαν τις γυναίκες. Κανένας άντρας δεν μπορεί να ζήσει χωρίς την παρουσία μιας γυναίκας και αφού δεν υπήρχαν γυναίκες πάνω στα φορτηγά, τάιζαν τις γάτες για να μείνουν κοντά τους.                                 
Η γάτα του καραβιού κινδύνευε από τη νόσο της τρέλας, λόγω της συνεχούς θέας του σιδήρου. Οι ναυτικοί της έβαζαν ένα χάλκινο περιλαίμιο για να την προφυλάξουν. Δεν κατάφερναν όμως να την προστατεύσουν. Τελικά η γάτα νοσούσε και την έριχναν στη θάλασσα συνεχίζοντας το ταξίδι τους λυπημένοι. Ο αποχαιρετισμός της συντρόφου τους έφερνε θλίψη και πένθος στους σκληρούς άνδρες των πλοίων.
Το ποίημα έχει οκτώ στροφές και χωρίζεται σε δύο ενότητες.
Στην πρώτη ενότητα (4 πρώτες στροφές) ο ποιητής παρομοιάζει τη γάτα με γυναίκα. Περιγράφει την αγάπη των ναυτικών γι’ αυτήν. Στη δεύτερη ενότητα (4 τελευταίες στροφές) αναφέρεται στη φύση της αρρώστιας και στην οδυνηρή κατάληξη που φέρνει  

πόνο στους αλύγιστους άνδρες.  
Υπάρχει ομοιοκαταληξία στον δεύτερο και στον τέταρτο στίχο, εκτός από την τέταρτη στροφή. 
Η γλώσσα είναι απλή δημοτική. Διανθίζεται με διάφορες εκφράσεις της ναυτικής ορολογίας, όπως φορτηγά, λαμαρίνες, καρφιά, πλώρη, ναύτες, αρρώστια του σιδέρου. 
                            

Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2017

Δημοτικά τραγούδια της ξενιτιάς

Ο ξενιτεμός είναι πολύ παλιός πόνος για τον Έλληνα. Η άγονη γη του, που τα λιγοστά αγαθά της δεν έφταναν να τον θρέψουν, αλλά και λόγοι πολιτικοί και κοινωνικοί, πολλές φορές, από τα αρχαία χρόνια, τον ανάγκασαν να ξενιτευτεί. Άνθρωποι από κάθε γωνιά της ελληνικής γης, στεριανοί και νησιώτες, ποτάμι ασταμάτητο μέσα στους αιώνες, ξεκίνησαν με βαριά καρδιά για τα «έρημα τα ξένα».
Τα περισσότερα από τα δημοτικά μας τραγούδια της ξενιτιάς είναι από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Τότε πάλι οι Έλληνες, κυνηγημένοι από τη φτώχεια και τους κατατρεγμούς του αλλόθρησκου τυράννου, έπαιρναν το δύσκολο δρόμο του ξενιτεμού, με την άσβηστη ελπίδα να γυρίσουν κάποτε στην πατρίδα τους και ν’ αναπαυτούν στα χώματά της.
Γι’ αυτό η αναχώρηση ήταν ένα μεγάλο θλιβερό γεγονός. Όλοι οι συγγενείς μαζεύονταν στο γεύμα του αποχωρισμού. Βαρύς ήταν ο πόνος αυτού που έφευγε, βαρύς κι ο πόνος αυτών που τον ξεπροβόδιζαν, και ξεσπούσε σε τραγούδια λυπητερά. Από κείνη κιόλας τη μέρα του αποχαιρετισμού τα συγγενικά πρόσωπα που μένουν στην πατρίδα, μ’ άλλα τραγούδια, λυπητερά κι εκείνα, γεμάτα πάθος και συ-γκίνηση, θρηνούν το γιο, τον αδελφό, τον αγαπημένο που ζει στα «μαύρα ξένα».
Ο ίδιος ο ξενιτεμένος περνά μαύρη ζωή. Η ξένη χώρα όπου βρίσκεται είναι τόπος αφάνταστα μακρινός, γεμάτος δυστυχία και βάσανα. Πολλοί κίνδυνοι τον παραμονεύουν, μοναξιά, αρρώστιες, θάνατος στα ξένα, μάγισσες που του κόβουν το δρόμο του γυρισμού, πάνω απ’ όλα όμως κυριαρχεί μέσα του η αβάσταχτη νοσταλγία για την πατρική γη και τ’ αγαπημένα πρόσωπα. Σπάνια τύχη ο γυρισμός και μεγάλη χαρά.
Γύρω απ’ αυτά τα θέματα περιστρέφεται ο κύκλος των δημοτικών μας τραγου-διών της ξενιτιάς. Γι’ αυτό είναι όλα μελαγχολικά και θλιμμένα, μερικές φορές σπα- ραχτικά, σαν τα μοιρολόγια. Γιατί για το λαό μας: «Παρηγοριά έχει ο θάνατος και λησμοσύνη ο Χάρος, μα ο ζωντανός ο χωρισμός παρηγοριά δεν έχει.»

Η ξενιτιά

Η ξενιτιά κι ο χωρισμός, η πίκρα η αγάπη τα τέσσερα ζυγίστηκαν να ιδούν το ποιο βαραίνει.

Της ξενιτιάς βαρύτερο ’ν’ απ’ όλα τα γκιντέρια

Χωρίζονται οι μάνες απ’ τα παιδιά και η γης ανατρομάζει

χωρίζουν αδέλφια καρδιακά και δέντρα ξεριζώνουν

Χωρίζουν τα αντρόγυνα τα πολυαγαπημένα

Στον τόπο που χωρίζονται χορτάρι δεν φυτρώνει.



Ο ξενιτεμός
Τώρα Μαϊά,1 τώρα δροσιά, τώρα το καλοκαίρι,
τώρα κι ο ξένος βούλεται2 να πάγει στα δικά του.
Νύχτα σελώνει τ’ άλογον, νύχτα το καλιγώνει.3
Βάν’ ασημένια πέταλα, καρφιά μαλαματένια
Και χαλινάρι εύμορφον, όλον μαργαριτάρια.
Η κόρη που τον αγαπά, η κόρη που τον θέλει,
κηρί κρατεί και φέγγει του, ποτήρι και κιρνά τον.
Κι όσα ποτήρια τον κυρνά, τόσες φορές τον λέγει:
-Πάρε μ’, αφέντη, αφέντη πάρε με, κι εμένα μετ’ εσένα.
Να μαγειρεύω να δειπνάς, να στρώνω να κοιμάσαι,
Να στρώνω και την κλίνην μου κοντά στην ειδικήν σου.
-Εκεί που πάγω, κόρη μου, κοράσια δεν πηγαίνουν,
μον’ όλο άντρες πάνε κει, νέοι και παλικάρια.
-Για στόλισέ με φράγκικα, δωσ’ μου αντρίκια ρούχα,
δωσ’ μου και άλογον γοργόν, με σέλαν χρυσωμένην,
και να τραβήξω σαν εσέ, να τρέξω σαν λεβέντης.
Πάρε μ’, αφέντη, πάρε με, κι εμένα μετ’ εσένα.

1. Μαϊά: Μάης 2. βούλεται: θέλει 3. καλιγώνω: πεταλώνω, του βάζω πέταλα

 

17. Βαρέθηκα την ξενιτιά

Βαρέθηκα την ξενιτιά
βαρέθηκα τα ξένα
θέλω να πάω στον τόπο μου
να πάω στο χωριό μου
θέλω νιρό απ’ τη βρύση μου
και μήλα απ’ τη μηλιά μου
θέλω και μοσχοστάφυλο
απ’ την κληματαριά μου.
 Μοιρολόι Ηπείρου,